Το 1900, το Διεθνές Συνέδριο Φυλακών πραγματοποιήθηκε στην Αγία Πετρούπολη. Ο μεγαλύτερος δεσμοφύλακας της γης, ο τσάρος πασών των Ρωσιών, ο κλειδοκράτορας του μεγάλου παγωμένου μπουντρουμιού, της Σιβηρίας, κήρυξε την έναρξη των εργασιών. Μεγάλοι δούκες και άλλοι εξέχοντες της ρωσικής υψηλής κοινωνίας έδωσαν δυναμικά το παρών. Δόθηκαν επίσημα δείπνα και δεξιώσεις. Σε μία συνεδρίαση, ένας Γάλλος κοινωνιολόγος με βραδινό ένδυμα διάβασε μια εισήγηση για τους αδιόρθωτους εγκληματίες. Ήταν γραμμένη με άψογη ρητορική. «Αυτή η κατηγορία εγκληματιών είναι ανίατα άρρωστη. Δεν υπάρχει δυνατότητα σωφρονισμού. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να καταστούν ακίνδυνοι.»
Μόλις ακούστηκε η τελευταία λέξη, φάνηκε μια λεπτή φιγούρα να κατευθύνεται προς το βήμα. Ζήτησε την άδεια του προέδρου και έπειτα, με αργυρόηχη φωνή, μιλώντας στα γαλλικά, είπε: «Κύριοι, υπάρχει ένας παράγοντας που μπορεί να μεταμορφώσει κάθε εγκληματία, ακόμη κι εκείνον που, όπως λένε, είναι αδιόρθωτος. Είναι η δύναμη του Θεού. Οι νόμοι και τα συστήματα δεν μπορούν να αλλάξουν την καρδιά ούτε ενός εγκληματία, αλλά ο Θεός μπορεί. Είμαι πεπεισμένη ότι πάνω απ’ όλα οφείλουμε να ασχοληθούμε με τις ψυχές των φυλακισμένων και την πνευματική τους ζωή.»
Το συνέδριο χειροκρότησε. Ήταν ένα μήνυμα που σπάνια ακούγεται σε κοινωνικά συνέδρια.
Η μορφή που εμφανίστηκε ήταν η δεσποινίς Ματίλντε Βρέντε, στην πραγματικότητα η βαρόνη Βρέντε, αν και ποτέ δεν φαινόταν να νοιάζεται για τον τίτλο της. Έφερε έναν πιο ξεχωριστό τίτλο: «Ο Άγγελος των Φυλακών».
Ο πατέρας της ήταν ο επαρχιακός κυβερνήτης της Βάσα, στη Φινλανδία. Ενδιαφέρθηκε για πρώτη φορά για τους φυλακισμένους παρατηρώντας κάποιους που είχαν έρθει να κάνουν επισκευές στο σπίτι και στους κήπους του κυβερνήτη, άντρες φρουρούμενους και σκυθρωπούς. Αργότερα, όταν ήταν μικρό κορίτσι, είδε τυχαία τον σιδερά να συγκολλά πυρωμένα σίδερα σε μια ομάδα κρατουμένων. Από τότε, τα όμορφα έπιπλα που της είχε χαρίσει ο πατέρας της για τα γενέθλιά της και στόλιζαν το δωμάτιό της δεν μπορούσαν πια να την ευχαριστήσουν. Είχαν φτιαχτεί στη φυλακή.
Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον καλλιέργειας, έλαβε προσεκτική εκπαίδευση με την εξαιρετική παιδεία των σκανδιναβικών σχολείων και ήταν προικισμένη μουσικός. Ένα βράδυ, ενώ είχε σχεδιάσει να πάει με τον πατέρα της σε μια κοσμική εκδήλωση, πήγε αντί γι’ αυτό σε μια αναζωπυρωτική συνάθροιση όπου κήρυττε ένας λαϊκός. Το κείμενό του ήταν το Κατά Ιωάννην 3:16, και η Ματίλντε Βρέντε ανταποκρίθηκε, όπως έχουν κάνει δεκάδες χιλιάδες πριν από εκείνη, στα χρυσά λόγια. Αυτό έφερε σε δύσκολη θέση τον πατέρα της και τη συνοδεία του, αλλά μέσα στην καρδιά της κελαηδούσε το πουλί της δοξολογίας. Λίγες μέρες αργότερα, ένας φυλακισμένος ήρθε στο σπίτι της για να επισκευάσει μια κλειδαριά και, καθώς συνομιλούσε μαζί του, του διηγήθηκε τα μεγάλα πράγματα που είχε κάνει ο Θεός γι’ αυτήν. «Αχ, δεσποινίς», απάντησε εκείνος, «θα έπρεπε να έρθετε έξω και να μας μιλήσετε γι’ αυτό, εμάς τους φυλακισμένους. Το έχουμε μεγάλη ανάγκη». Υποσχέθηκε να πάει και πήγε. Ύστερα ξαναπήγε. Είχε αρχίσει το έργο της ζωής της.
Για την τελική της απόφαση, είχε εξαιρετική καθοδήγηση. Εκείνη την πρώτη περίοδο είχε συμφωνήσει να επισκεφθεί έναν φυλακισμένο, αλλά αποφάσισε να το αναβάλει για να ανταποκριθεί σε μια επείγουσα κοινωνική πρόσκληση. Τη νύχτα που προηγήθηκε, σε όραμα ή όνειρο —δεν μπορούσε να πει ποιο— ένας φυλακισμένος μπήκε στο λευκό δωμάτιό της με σίδερα στα χέρια και στα πόδια, που κουδούνιζαν καθώς προχωρούσε. Στάθηκε στη μέση του δωματίου και την κοίταξε με θλιμμένα μάτια. Άκουσε τα λόγια με εντυπωσιακή καθαρότητα: «Χιλιάδες φτωχοί, αλυσοδεμένοι φυλακισμένοι στενάζουν για ζωή, ελευθερία και ειρήνη. Μίλησέ τους για Εκείνον που μπορεί να τους ελευθερώσει, όσο έχεις καιρό.»
Τότε η οπτασία εξαφανίστηκε.
Ταράχτηκε πολύ και στριφογύριζε, σκεπτόμενη τη νεότητά της, την εύθραυστη υγεία της και το βάρος που θα συνεπαγόταν το έργο στις φυλακές. Τελικά άνοιξε τη Βίβλο της. Τα μάτια της έπεσαν πρώτα στο Ιερ. 1:6: «Αλίμονο, Κύριε Θεέ! Δες, δεν μπορώ να μιλήσω, επειδή είμαι παιδί. Και ο Κύριος μου είπε: Μη λες, είμαι παιδί· επειδή, σε όποιον σε στείλω, θα πας, και ό,τι σε προστάξω θα μιλήσεις.» Με μια προσευχή ζήτησε επιβεβαίωση της αποστολής της. Το επόμενο απόσπασμα στο οποίο έπεσαν τα μάτια της ήταν το Ιεζ. 3:11: «Πήγαινε, πήγαινε στους αιχμαλώτους, στους γιους του λαού σου, και μίλησέ τους.»
Κάποια στιγμή αργότερα, την κάλεσαν στο Χέλσινγκφορς, την πρωτεύουσα, και καθώς περνούσε στους δρόμους δίπλα από μια ομάδα κατάδικων που εργάζονταν αλυσοδεμένοι, αναρωτήθηκε γιατί να μη διαθέσει τον ελεύθερο χρόνο της επισκεπτόμενη τις φυλακές εκεί. Πήγε στον επικεφαλής της σωφρονιστικής διοίκησης, συστήθηκε ως κόρη του κυβερνήτη της Βάσα και ζήτησε άδεια να επισκέπτεται οποιαδήποτε φυλακή στη Φινλανδία. Ο διευθυντής τη ρώτησε πόσων ετών ήταν.
«Είμαι είκοσι.»
«Δεν είναι ακριβώς προχωρημένη ηλικία.»
«Αυτό είναι ένα μειονέκτημα που θα διορθωθεί από μόνο του με τον καιρό.»
Πήρε την άδειά της, μαζί με την παρατήρηση ότι της τη χορηγούσαν με την πεποίθηση πως δεν θα τη χρησιμοποιούσε για πολύ. «Μια αίθουσα χορού σύντομα θα της φαινόταν πιο κατάλληλος χώρος από το εσωτερικό των φυλακών.»
Η διακονία της άρχισε στις φυλακές Κακόλα, κοντά στο Άμπο, όπου κρατούνταν τετρακόσιοι ισοβίτες. Της ζητήθηκε να τους μιλήσει στο παρεκκλήσι τη Μεγάλη Παρασκευή. Όταν τελείωσε, εκείνοι έκλαιγαν. Μέρα με τη μέρα τούς επισκεπτόταν στις πόρτες των κελιών τους, κηρύττοντας, διδάσκοντάς τους, γράφοντας γι’ αυτούς, ενθαρρύνοντάς τους, δείχνοντάς τους συμπόνια. Οι πιο απελπισμένοι, ακόμη κι οι μανιακοί κρατούμενοι, ηρεμούσαν όταν βρίσκονταν κοντά της. Ένας φυλακισμένος περιέγραψε την επίδραση που είχε πάνω του η πρώτη της εμφάνιση, καθώς μαράζωνε πίσω από τους χοντρούς τοίχους της φυλακής. «Θυμάμαι καθαρά τη στιγμή που την είδα για πρώτη φορά να στέκεται στην πόρτα του κελιού μου. Ήταν σαν να έμπαινε μέσα το φως της μέρας, σαν να είχε έρθει η άνοιξη με το πράσινό της μέσα στην ερημιά του χειμώνα.»
Για σαράντα χρόνια, η δεσποινίς Βρέντε διακονούσε άντρες και γυναίκες πίσω από τα κάγκελα. Είχε κυβερνητική κάρτα για όλους τους κρατικούς σιδηροδρόμους της Φινλανδίας και φρόντιζε γενικά όχι μόνο όσους ήταν φυλακισμένοι αλλά και τους αποφυλακισμένους, καθώς και τις οικογένειες τόσο των φυλακισμένων όσο και των αποφυλακισμένων. Διαβάζοντας τα περιστατικά της ζωής της, σχηματίζει κανείς την εντύπωση ότι αυτή η γυναίκα είχε ένα ιδιαίτερο χάρισμα για το έργο στο οποίο είχε κληθεί. Το ίδιο πιστεύει και ο βιογράφος της, ο οποίος, αφού αναφέρεται στις φυσικές της ικανότητες, στη διακριτικότητα, στην ορθή κρίση και στην τρυφερότητά της, προσθέτει:
«Ήταν πάντοτε γνωστή για τη φιλική της διάθεση, αλλά τώρα ξεχείλιζε από μέσα της ένα εντελώς νέο συναίσθημα, μια θερμή συμπόνια για αυτούς τους άντρες που υπέφεραν, τέτοια που δεν θα μπορούσε πριν να φανταστεί. Ήταν σαν μια σπίθα θεϊκής αγάπης να είχε βάλει φωτιά στην καρδιά της.»
Το «λατρευόταν» είναι πολύ αδύναμη λέξη για να εκφράσει τη θέση της στις καρδιές των Φινλανδών φυλακισμένων. Η ρωσική κυβέρνηση ακολουθούσε αδιάκοπα μια πολιτική καταστολής στη Φινλανδία και ομάδες κρατουμένων στέλνονταν κατά διαστήματα από το Βίμποργκ στα ορυχεία της Σιβηρίας. Η δεσποινίς Βρέντε ήταν εκεί για να τους αποχαιρετήσει και να τους παρηγορήσει καθώς ξεκινούσαν την ισόβια εξορία τους στη Σιβηρία. Μπορεί κανείς να φανταστεί την κατάσταση αυτών των συντετριμμένων, πληγωμένων καρδιών. Μια φορά τής ζήτησαν να φύγει πριν από την τελευταία στιγμή. Ντρέπονταν για τα ξυρισμένα κεφάλια τους και τη στολή των εξόριστων κρατουμένων. Ωστόσο, το τελευταίο βράδυ, καθώς εκείνη διέσχιζε την αυλή της φυλακής, ένα χέρι απλώθηκε προς το μέρος της από κάθε παράθυρο με τα κάγκελα, και ένας από τους φυλακισμένους φώναξε κλαίγοντας: «Αντίο, αγαπημένη κόρη της πατρίδας μας, μοναδική αληθινή φίλη των φυλακισμένων.»
Όταν πήγαινε διακοπές, περνούσε συνήθως μερικές εβδομάδες με την επιστήθια φίλη της, την πριγκίπισσα Λίεβεν, στο κάστρο Κρόμον, στη Λιβονία. Όταν επέστρεφε, πήγαινε στο κατάλυμά της σε έναν μικρό παράδρομο του Χέλσινγκφορς, που της είχε νοικιάσει μια άλλη φίλη, η δεσποινίς Χέντβιχ Χάαρτμαν, επικεφαλής του Στρατού της Σωτηρίας στη Φινλανδία. Σ’ αυτό το σπίτι της ζούσε με την ίδια τροφή που έτρωγαν οι φυλακισμένοι στη φυλακή, και εκείνοι το γνώριζαν. Τέτοιες ήταν οι αντιθέσεις αυτής της ζωής —από τη γέννησή της συνδεδεμένη με την ανώτερη κοινωνική τάξη και από επιλογή της με τη μεγαλύτερη ανάγκη. Τις ημέρες επισκεπτόταν τις φυλακές· τα βράδια τα αφιέρωνε σε άλλους ταραγμένους και δοκιμαζόμενους άντρες και γυναίκες που έρχονταν να τη συμβουλευτούν. Συχνά περιόδευε στην ύπαιθρο επισκεπτόμενη ανθρώπους που είχαν αποφυλακιστεί πολλά χρόνια πριν. Παντού την υποδέχονταν με ενθουσιασμό. Ένας πρώην κατάδικος την προσκάλεσε στο σπίτι του και κοιμήθηκε στο πάτωμα μπροστά από την πόρτα της σαν σκύλος, για να μην την ενοχλήσει με κανέναν τρόπο.
Έδινε τον εαυτό της μέχρι και το τελευταίο του αποθέματος. Όταν, ύστερα από μια νύχτα αϋπνίας, ένιωθε κάποια απροθυμία να αναλάβει την καθημερινή της εργασία, έλεγε ενθαρρυντικά στον εαυτό της: «Σήμερα έχω και πάλι το προνόμιο να ασχοληθώ με τις υποθέσεις του Πατέρα μου». Καθώς κατέβαινε τη σκάλα, συνέχιζε: «Ω, φτωχό μου σώμα! Πόσο κουρασμένο είσαι! Τώρα θα προσπαθήσουμε ξανά να ξεκινήσουμε. Ως τώρα έχεις δείξει υπακοή και υπομονή, όταν η αγάπη σε παρακινούσε να εργαστείς. Σε ευχαριστώ. Ξέρω πως δεν θα με αφήσεις στα κρύα του λουτρού.»
Έχουν συμβεί τόσα πολλά τα τελευταία χρόνια της ευρωπαϊκής ιστορίας, ώστε η λεπτομέρεια των γεγονότων να θολώνει στη μνήμη πολλών και να ξεχνά κανείς τις φοβερές συγκρούσεις ανάμεσα στις παρατάξεις των Κόκκινων και των Λευκών στη Φινλανδία, που ακολούθησαν τη Ρωσική Επανάσταση. Όταν ξέσπασε, Ρώσοι στρατιώτες εισέβαλαν στη φυλακή Κακόλα και απελευθέρωσαν τους κρατουμένους. Αυτοί οι πρώην κατάδικοι, μαζί με τα ιακωβινικά στοιχεία που η επανάσταση ανέσυρε από τα βάθη, πήραν τα ηνία στα χέρια τους και ακολούθησε μια Τρομοκρατία που μιμήθηκε αρκετά πιστά εκείνη του ’93. Λέγεται ότι κάτοικοι της υπαίθρου δένονταν σε καρέκλες, με τις γλώσσες τους καρφωμένες στα τραπέζια τους και ψωμί τοποθετημένο μπροστά τους. Ύστερα τους άφηναν να πεθάνουν από την πείνα. Όταν οι Λευκοί επέστρεψαν στην εξουσία, ξεπλήρωσαν τους λογαριασμούς τους με το παραπάνω.
Η δεσποινίς Βρέντε, λόγω οικογενειακών δεσμών, ανήκε στους Λευκούς· στην επαγγελματική της πορεία, όμως, είχε στενή επαφή με την κοινωνία των Κόκκινων, όπως εκπροσωπούνταν στις φυλακές όπου διακονούσε. Όλο αυτό το ταραγμένο διάστημα, πάνω στο τραπέζι του καθιστικού της υπήρχε ένα ποτήρι με δύο λουλούδια, ένα κόκκινο κι ένα λευκό. Συμβόλιζαν τις διπλές σχέσεις της. Η πόρτα της ήταν ανοιχτή τόσο στους Κόκκινους όσο και στους Λευκούς. Όλοι όσοι είχαν ανάγκη, όλοι όσοι θρηνούσαν αγαπημένα πρόσωπα που είχαν πεθάνει ή φυλακιστεί, πήγαιναν σ’ εκείνη για συμβουλές, συμπόνια και βοήθεια. Συχνά παρέθετε τα λόγια στις Πράξεις, «Και ο Παύλος έμεινε δύο ολόκληρα χρόνια στο δικό του νοικιασμένο σπίτι και δεχόταν όλους όσοι έρχονταν σ’ αυτόν.» Την περίοδο των αμνηστιών, το κατάλυμά της γέμιζε ασφυκτικά με πρώην κρατουμένους, που έρχονταν κατά κύματα και την πολιορκούσαν από το πρωί ως το βράδυ. Οι ερυθροφρουροί τής φέρονταν με παιδικό σεβασμό και καλοσύνη, κι εκείνη μπορούσε να μεσολαβήσει για πολλούς, οι οποίοι διαφορετικά θα περνούσαν πολύ δύσκολα.
Μια μέρα, δύο Φινλανδοί μπολσεβίκοι ήρθαν στο διαμέρισμά της και απαίτησαν χρήματα. «Έχω χρήματα», απάντησε, «αλλά είναι για τους ηλικιωμένους και τους αρρώστους».
«Μα πεινάμε.»
«Κι εγώ πεινάω. Το πρωινό μου έρχεται και μπορείτε να το μοιραστείτε μαζί μου.» Όταν ήρθε, ήταν μια μόνο φέτα ψωμί και λίγο λάχανο. Οι δυο άντρες γέλασαν αυθόρμητα, κι ο ένας ψιθύρισε: «Σίγουρα πέσαμε πάνω στη Ματίλντα Βρέντε.»
«Ναι», είπε, «είμαι πράγματι η Ματίλντα Βρέντε. Όπως βλέπετε, το πρωινό δεν φτάνει για όλους, αλλά αν έρθετε για δείπνο θα υπάρχει αρκετό και θα συζητήσουμε πώς τέτοιοι ικανοί και εργατικοί άντρες σαν κι εσάς μπορούν να κερδίζουν μόνοι τους το φαγητό τους.»
Έφυγαν λέγοντας «ευχαριστούμε πολύ», με το καπέλο στο χέρι.
Εδώ, όπως παντού, το ποτό είναι η κύρια αιτία φυλάκισης, καθώς οδηγεί σε καβγάδες και φόνους. Μια μέρα συνάντησε στον δρόμο έναν παλιό φυλακισμένο που είχε πιει. Τον ρώτησε αν είχε δουλειά.
«Α, ναι, είμαι ασφαλτοστρωτής.»
«Πληρώνεσαι καλά;»
«Α, ναι.»
«Τότε, ασφαλώς βάζεις τα χρήματά σου στην τράπεζα.»
«Βεβαίως! Κάθε εβδομάδα πηγαίνω πολλά χρήματα στην τράπεζα.»
«Ωραία. Σε ποια τράπεζα τα καταθέτεις;»
«Όλα πάνε στην Τράπεζα Σινέμπριχοφ (ένα από τα μεγάλα ζυθοποιεία του Χέλσινγκφορς).»
«Μα, Λ-…, αυτό είναι τρομερά λυπηρό. Αν δεν έχεις αρκετή αυτοσυγκράτηση για να κάνεις αλλιώς, δώσε μου τα χρήματά σου και θα τα καταθέσω σε μια πραγματική τράπεζα.»
«Όχι, ευχαριστώ. Θα τα κρατήσω. Έχω συνηθίσει την μπίρα και πρέπει να την έχω όσο μπορώ να βρω έστω και μια σταγόνα.»
«“Όσο μπορώ να βρω έστω και μια σταγόνα.” Αυτά τα λόγια αντηχούσαν στ’ αυτιά μου. Πότε επιτέλους θα σταματήσει αυτός ο φονικός κατακλυσμός μεθυστικού ποτού που καταπίνει σπίτια, σώματα και ψυχές;»
Διηγούνται την ιστορία ενός ισοβίτη που η δεσποινίς Βρέντε είχε επισκεφθεί πολλές φορές στη φυλακή, ενός ανθρώπου που επιθυμούσε διακαώς να λυτρωθεί από την αμαρτία. Μια μέρα την ξάφνιασε ρωτώντας την: «Θα μου δανείζατε, δεσποινίς, την καρφίτσα σας;»
Για χρόνια φορούσε αυτή την ασημένια ασπίδα, χαραγμένη στα φινλανδικά με τις λέξεις Anno ja Rauha, «Χάρη και Ειρήνη».
«Μη με ρωτήσετε γιατί», συνέχισε· «απλώς εμπιστευτείτε τη σ’ εμένα, και σε μία ώρα θα την έχετε πίσω.»
Η δεσποινίς Βρέντε συνήθιζε, όσο ήταν δυνατόν, να ικανοποιεί τις επιθυμίες των φυλακισμένων, γι’ αυτό και του την έδωσε. Μία ώρα αργότερα την επέστρεψε, χωρίς όμως να εξηγήσει τίποτα. Εκείνη, ωστόσο, έβλεπε πως μέσα του ένιωθε μια ήσυχη ικανοποίηση.
Κάποιο διάστημα αργότερα, τον επισκέφθηκε ξανά και, χωρίς να πει λέξη, της πρόσφερε μια καρφίτσα, ακριβές αντίγραφο της δικής της, που έμοιαζε όμως να είναι από ελεφαντόδοντο. «Πόσο όμορφη!» αναφώνησε. «Πού βρήκες το ελεφαντόδοντο; Είναι πράγματι δική σου δουλειά; Είναι πολύ πιο όμορφη από την παλιά.»
«Δεν είναι ελεφαντόδοντο», απάντησε. «Πριν από μερικούς μήνες βρήκα ένα κόκαλο στη σούπα και σκέφτηκα αμέσως να φτιάξω απ’ αυτό μια καρφίτσα για τη δεσποινίδα Βρέντε. Έμεινε πολλή ώρα στον ήλιο, για να στεγνώσουν όλα τα υπολείμματα λίπους. Ύστερα του έδωσα το σχήμα της δικής σας.» Ακολούθησαν τα αξέχαστα λόγια:
«Στην κατσαρόλα όπου μαγειρεύουν σούπα για τους φυλακισμένους, μάταια αναζητά κανείς εκλεκτές μπουκιές. Ας πούμε πως αυτό είναι ένα κόκαλο από μια γριά αγελάδα. Ένας φυλακισμένος το διαμόρφωσε και το έκανε κόσμημα για σας. Εύκολα μπορεί κανείς να θεωρήσει έναν ισοβίτη κακό και ανάξιο. Όμως εσείς είπατε πως ο Θεός, με την καλοσύνη Του, μπορεί να λυτρώσει έναν άνθρωπο τόσο κακό όσο υπήρξα εγώ. Ο ήλιος της αγάπης Του μπορεί να κάψει όλες τις αμαρτίες μου, όπως η δύναμη του ηλιακού φωτός καθάρισε αυτό το κόκαλο. Ο ληστής στον σταυρό οδηγήθηκε από τον Ιησού στον Παράδεισο. Ο Κύριος, με το έλεός Του, έχει μια θέση στη βασιλεία Του για μένα, έναν μεγάλο αμαρτωλό, αλλά συγχωρημένο.»
Τα τελευταία λόγια της Ματίλντα Βρέντε ήταν: «Απόψε περνώ τα σύνορα. Μπορεί να είναι κανείς τόσο ευτυχισμένος όσο εγώ;»
