«Ας ρωτήσουμε τη μαμά μου αν μπορούμε να πάμε μια βόλτα στο ρυάκι. Θέλω να περπατήσω μέσα στο νερό». είπε η Άντζι στη φίλη της, τη Μελίσα.
«Ακούγεται πολύ ωραίο», είπε η Μελίσα, ακολουθώντας την Άντζι στην κουζίνα. Κάθε φορά που η Μελίσα επισκεπτόταν το σπίτι της φίλης της, υπήρχε πάντα κάτι διασκεδαστικό να κάνουν.
Αφού πήραν την άδεια, τα δύο κορίτσια βγήκαν έξω στην ηλιόλουστη, ζεστή και υγρή μέρα. Για να φτάσουν στο ρυάκι έπρεπε να περάσουν από ένα λιβάδι, κι έτσι η Άντζι παραμέρισε τα σύρματα του φράχτη και πέρασε. Έπειτα κράτησε τα σύρματα ανοιχτά, για να μπορέσει να περάσει κι η Μελίσα από τον φράχτη και να μπει στο λιβάδι με τις κατσίκες.
Τα κορίτσια διέσχισαν το λιβάδι, πέρασαν από έναν άλλο φράχτη και μπήκαν στο δάσος. Κατηφόρισαν ένα χωμάτινο μονοπάτι ως το ρυάκι. Σήκωσαν τις φούστες τους και μπήκαν στο γάργαρο νερό. Οι δύο φίλες μιλούσαν και γελούσαν καθώς προχωρούσαν προς τα κάτω, ώσπου έφτασαν σε ένα ξεχωριστό σημείο του ρυακιού, όπου τους άρεσε πάντα να πηγαίνουν.
Σε αυτό το σημείο η κοίτη του ρυακιού ήταν γεμάτη με παράξενες πέτρες. Όταν ήταν στεγνές, οι πέτρες είχαν γκρίζο χρώμα, αλλά όταν βρέχονταν, γίνονταν ένα πολύ όμορφο μπλε.
Αφού πέρασε λίγη ώρα θαυμάζοντας τις μπλε πέτρες, η Μελίσα γύρισε στην Άντζι και είπε: «Πάμε να περπατήσουμε μέσα από εκείνον τον μεγάλο οχετό κάτω από τον δρόμο».
«Ναι, ας πάμε, κι έπειτα μπορούμε να περπατήσουμε κατά μήκος του δρόμου και να γυρίσουμε στον δρόμο που οδηγεί στο σπίτι».
Βγήκαν από το δροσερό νερό και περπάτησαν μέσα από το δάσος ως τον οχετό, που έμοιαζε με τούνελ. Τα κορίτσια πέρασαν μέσα από το σκοτεινό τούνελ και βγήκαν στην άλλη πλευρά. Η Μελίσα σκαρφάλωσε στην απότομη όχθη, ως τον χαλικόστρωτο δρόμο.
Ξαφνικά, όταν συνειδητοποίησε πως ήταν μόνη, η Μελίσα γύρισε και είδε ότι η Άντζι στεκόταν ακόμη στην είσοδο του τούνελ και κοιτούσε μέσα σε μια λιμνούλα. Μετακίνησε μια πέτρα, μετά ούρλιαξε και σκαρφάλωσε στην όχθη για να πάει κοντά στη Μελίσα. «Από κάτω ήταν μια καραβίδα!» φώναξε.
Τα στριφώματα των φορεμάτων των κοριτσιών είχαν βραχεί στο ρυάκι, αλλά σύντομα στέγνωσαν κάτω από τον καυτό ήλιο καθώς περπατούσαν πίσω προς το σπίτι. Όταν είχαν διανύσει τη μισή απόσταση στον ιδιωτικό δρόμο, η Άντζι είπε: «Θέλεις να βγάλουμε τη βάρκα στη λιμνούλα; Έχουμε κάτι κουπιά που είναι διασκεδαστικό να τα χρησιμοποιείς».
Η Μελίσα χαμογέλασε ενθουσιασμένη. «Θα είχε πολλή πλάκα!» Ακολούθησε την Άντζι στον αχυρώνα για να τη βοηθήσει να πάρουν τα κουπιά και τα σωσίβια.
Τα κορίτσια φόρεσαν τα πορτοκαλί σωσίβια και έσπρωξαν τη βάρκα μέσα στο νερό της λιμνούλας. Σε λίγο είχαν κωπηλατήσει ως τη μέση της λιμνούλας και κάθονταν εκεί, βλέποντας το νερό να κυματίζει απαλά γύρω τους.
«Α, ξέρω τι να κάνουμε τώρα!» είπε η Άντζι. «Ας χτυπάμε το νερό με τα κουπιά για να πετάγονται πιτσιλιές. Έτσι». Η Άντζι χτύπησε με το κουπί την επιφάνεια της λιμνούλας. Η Μελίσα έκανε το ίδιο και άρχισε να πιτσιλάει από τη δική της πλευρά της βάρκας.
Οι πιτσιλιές τους γίνονταν όλο και μεγαλύτερες. Διασκέδαζαν πολύ βλέποντας ποια μπορούσε να κάνει τη μεγαλύτερη πιτσιλιά. Η Μελίσα σήκωσε το κουπί ψηλά και χτύπησε το νερό με όλη της τη δύναμη. Όπως ήταν αναμενόμενο, το νερό πετάχτηκε ψηλά, αλλά όταν η Μελίσα σήκωσε το κουπί, κρατούσε μόνο τη λαβή. Το πλατύ μέρος του κουπιού είχε σπάσει και επέπλεε ακριβώς κάτω από την επιφάνεια του νερού, δίπλα στη βάρκα. Έβαλε το χέρι της στο νερό, έπιασε το σπασμένο πλατύ μέρος και έβαλε και τα δύο κομμάτια του κουπιού μέσα στη βάρκα.
Για μια στιγμή, η Άντζι και η Μελίσα κοιτάχτηκαν σιωπηλές. Η Μελίσα ένιωθε ένοχη που είχε σπάσει το κουπί, κι η Άντζι ένιωθε άσχημα που είχε προτείνει να πιτσιλίσουν το νερό.
«Ας γυρίσουμε στην όχθη και ας βάλουμε τα κουπιά στον αχυρώνα», είπε η Άντζι. «Δεν πειράζει που έσπασε. Έτσι κι αλλιώς, ήταν παλιά», πρόσθεσε, κάπως αβέβαια.
Η Μελίσα σκέφτηκε πως ήταν καλή ιδέα και βοήθησε την Άντζι να βγάλουν τη βάρκα από το νερό. Πήραν τα σωσίβια και τα κουπιά και τα μετέφεραν στον αχυρώνα.
Η Μελίσα ένιωθε άσχημα, αλλά δεν ήθελε να πει σε κανέναν ότι είχε σπάσει το κουπί. Πέρασαν δίπλα από τη στοίβα με τις μπάλες από ευωδιαστό σανό και το θορυβώδες μαντρί με τις κατσίκες, αλλά η Μελίσα σχεδόν δεν τα πρόσεξε. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν ότι είχε σπάσει το κουπί και πως θα έκρυβε αυτό που είχε κάνει. Η συνείδησή της την ενοχλούσε, γιατί ήξερε ότι οι γονείς της και ο Θεός ήθελαν να είναι πάντα ειλικρινής και να μη κρύβει ποτέ τίποτα.
Μόλις τα κορίτσια βγήκαν από τον αχυρώνα στο γρασίδι, ο μεγάλος αδελφός της Άντζι πετάχτηκε πίσω από τον αχυρώνα, όπου κρυβόταν. «Σας είδα και ξέρω τι κάνατε!» τους είπε. «Έσπασες το κουπί. Και ξέρετε κάτι; Σας ακολούθησα όλη την ώρα που ήσασταν στο ρυάκι, αλλά και κοντά στον δρόμο. Θα πω στη μαμά ότι έσπασες το κουπί». Χαμογέλασε και μετά έτρεξε προς την πόρτα του υπογείου, ώσπου χάθηκε μέσα.
Η Άντζι και η Μελίσα στενοχωρήθηκαν λίγο που τις παρακολουθούσε κρυφά (δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανε). Αλλά με έναν παράξενο τρόπο, η Μελίσα ένιωσε πολύ καλύτερα. Δεν χρειαζόταν πια να ανησυχεί μήπως μάθει κάποιος ότι είχε σπάσει το κουπί, γιατί κάποιος το ήξερε ήδη. Όταν οι γονείς της Άντζι έμαθαν για το σπασμένο κουπί, συγχώρησαν τη Μελίσα που το έσπασε. Η Μελίσα ήταν πολύ χαρούμενη που τελικά δεν είχε μείνει μυστικό.


