Τα τέκνα, υπακούετε εις τους γονείς κατά πάντα· διότι τούτο είναι ευάρεστον εις τον Κύριον. –Προς Κολοσσαείς 3:20.
Πριν από χρόνια, υπήρχε ένα αγόρι που λεγόταν Τζόι και ζούσε με τον πατέρα και τη μητέρα του στα περίχωρα μιας πόλης. Μια μέρα ο πατέρας του Τζόι τού χάρισε ένα ολοκαίνουργιο κόκκινο και άσπρο ποδήλατο, που το ήθελε εδώ και πολύ καιρό.
Κοντά στο σπίτι τους υπήρχε ένας μεγάλος λόφος, όπου τα μεγαλύτερα αγόρια της γειτονιάς διασκέδαζαν κάνοντας ποδήλατο. Ο πατέρας του Τζόι τού απαγόρευσε αυστηρά να κάνει ποδήλατο με τα μεγαλύτερα αγόρια στον λόφο, επειδή ήταν πολύ επικίνδυνο. Αντί γι’ αυτό, του επέτρεπε να κάνει ποδήλατο μόνο στο ωραίο, ομαλό πεζοδρόμιο, περνώντας μπροστά από πολλά σπίτια, μέσα από ένα μικρό στενό και, τελικά, επιστρέφοντας ξανά στο σπίτι του.
Καθώς περνούσαν οι μέρες και οι εβδομάδες, αυτό άρχισε να χάνει τη συναρπαστικότητά του. Κοίταζε με ζήλια τα μεγαλύτερα αγόρια καθώς ανέβαζαν με τα πόδια τα ποδήλατά τους στον λόφο, σχεδόν ακριβώς μπροστά από το σπίτι του. Όταν έφταναν στην κορυφή, ανέβαιναν στα ποδήλατά τους και, με χαρούμενες φωνές, κατηφόριζαν με ταχύτητα τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο, στρίβοντας γρήγορα στον δρόμο που διασταυρωνόταν με αυτόν, στους πρόποδες του λόφου.
«Γιούπι, ερχόμαστε!» φώναζαν καθώς περνούσαν με φόρα, αφήνοντας τον Τζόι να κάνει ήρεμα πετάλι ξανά και ξανά γύρω από το μικρό του τετράγωνο.
«Έλα, Τζόι!» φώναξαν τα αγόρια. «Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας; Κοίτα πόσο διασκεδάζουμε! Φοβάσαι πολύ», τον πείραξαν.
Ο Τζόι ντρεπόταν πολύ να τους πει ότι ο πατέρας του τού το είχε απαγορεύσει, επειδή ήταν ακόμη πολύ μικρός και μπορούσε να πέσει από το ποδήλατο και να χτυπήσει. Τα αγόρια απλώς θα τον κορόιδευαν περισσότερο, γι’ αυτό σώπασε. Πόσο ήθελε να ανέβει και να δείξει στους φίλους του ότι δεν φοβόταν. Ο Τζόι σκέφτηκε: «Ίσως, αν κατέβαινα τον λόφο έστω και μία φορά, ο μπαμπάς μου θα καταλάβαινε ότι δεν είμαι πια τόσο μικρός. Τότε ο μπαμπάς θα ήταν περήφανος για μένα και θα με άφηνε να κατεβαίνω τον λόφο με τα μεγαλύτερα αγόρια όποτε ήθελα. Αχ, πόσο συναρπαστικό θα ήταν αυτό». Και μόνο η σκέψη έκανε την καρδιά του να χτυπά γρήγορα από ανυπομονησία.
Ο Τζόι δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ για την ευκαιρία του. Ο πατέρας του θα έλειπε για δυο μέρες περίπου, για επαγγελματικούς λόγους. Ο Τζόι σκέφτηκε πως αυτή θα ήταν η ευκαιρία του να αποδείξει στον μπαμπά του ότι μπορούσε να κάνει ποδήλατο με τα μεγαλύτερα αγόρια. Γεμάτος ενθουσιασμό και ανυπομονησία, ανέβασε το ποδήλατό του στον λόφο. Ένιωθε τόσο μεγάλος ανάμεσα στα μεγαλύτερα αγόρια. Σίγουρα ο πατέρας του έκανε λάθος! Τώρα θα αποδείκνυε σε όλους ότι ήξερε καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον τι μπορούσε και τι δεν μπορούσε να κάνει.
Με ένα τρέξιμο κι ένα πήδημα, βρέθηκε πάνω στο ποδήλατό του. Καθώς το ποδήλατο πήγαινε όλο και πιο γρήγορα, έσφιξε πιο δυνατά το τιμόνι. Εκείνη τη στιγμή, ένα από τα άτακτα αγόρια που ανέβαινε τον λόφο πέταξε μια πέτρα στο λάστιχο του Τζόι καθώς εκείνος περνούσε με φόρα. Ο Τζόι έστριψε απότομα για να αποφύγει την πέτρα. Πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, πετούσε στον αέρα χωρίς το ποδήλατό του. Κυλίστηκε, γλίστρησε και χτύπησε, ώσπου σταμάτησε με πόνο. Ο Τζόι ήταν σε άθλια κατάσταση. Το παντελόνι και το πουκάμισό του είχαν σκιστεί. Είχε κοψίματα και μελανιές στα χέρια, στα γόνατα και στο πρόσωπο. Δεν σκεφτόταν πια να γίνει ήρωας του μεγάλου λόφου για ποδήλατα. Τον μικρό μας, ταπεινωμένο «ήρωα» του λόφου τον πήγαν σπίτι στη μητέρα του, η οποία του έπλυνε και του περιποιήθηκε τις πληγές με συμπόνια και αγάπη.
Την επόμενη μέρα ο πατέρας του Τζόι επέστρεψε στο σπίτι. Όταν είδε τους επιδέσμους στον γιο του και το κατεστραμμένο ποδήλατο, κατάλαβε αμέσως τι είχε συμβεί. Το ποδήλατο του Τζόι φυλάχτηκε για αρκετές εβδομάδες ως τιμωρία για την ανυπακοή του.
Ο Τζόι καθόταν στο κράσπεδο καθώς τα αγόρια κατέβαιναν με ταχύτητα τον λόφο και συνέχιζαν στον άλλο δρόμο. Τώρα ο Τζόι δεν ήθελε καθόλου να ξεγλιστρήσει για να κάνει ποδήλατο με τα μεγαλύτερα αγόρια. Είχε μάθει το μάθημά του: να υπακούει πάντα στον πατέρα του, ακόμη κι όταν νόμιζε ότι ήξερε καλύτερα. Κατάλαβε ότι ο πατέρας του δεν προσπαθούσε να του χαλάσει τη διασκέδαση, αλλά να τον κρατήσει ασφαλή.
Όταν του επέτρεψαν ξανά να κάνει ποδήλατο, ήταν αρκετά ευχαριστημένος να κάνει ήρεμα βόλτες γύρω από το μικρό τετράγωνο με τα σπίτια. Από εδώ και πέρα θα υπάκουε στον πατέρα του, όχι μόνο σε θέματα ασφάλειας, αλλά σε όλα.

